Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

ΜΕΔΟΥΣΑ ΚΟΥΡΒΑΣ ΤΑΚΗΣ-Με λόγο ποιητικό

 

 


 

Περίληψη

Η ποιητική συλλογή «Μέδουσα» του Π. Κ. αποτελεί ένα πολυδιάστατο έργο, όπου η προσωπική εξομολόγηση, ο κοινωνικός στοχασμός και η ιστορική μνήμη συνθέτουν μια ενιαία ποιητική εμπειρία. Μέσα από πενήντα ποιήματα, ο ποιητής υφαίνει έναν ιστό αναζητήσεων που καλεί τον αναγνώστη να κοιτάξει βαθιά μέσα του, να αναμετρηθεί με τα πάθη, τις ενοχές και τις αντιφάσεις της εποχής.

Κεντρικό σύμβολο της συλλογής είναι η Μέδουσα, όχι ως τέρας προς εξόντωση, αλλά ως καθρέφτης της αλήθειας. Το παγωμένο της βλέμμα δεν παραλύει μόνο τον άλλον, αλλά και την ίδια: λειτουργεί ως αλληγορία του ασυνειδήτου, της γυναικείας δύναμης, του φόβου απέναντι στο άγνωστο. Έτσι, η Μέδουσα καθίσταται καθρέφτης της κοινωνίας μας, όπου οι αξίες, οι ιδέες και οι αντιφάσεις αντανακλώνται, κρινόμενες αμείλικτα.

Η συλλογή ξεδιπλώνεται σε κύκλους που εκκινούν από τον «Δρόμο των Αξιών», όπου τονίζεται η ανάγκη ταπείνωσης και κάθαρσης πριν από την πνευματική ανάβαση. Ο ποιητής ζητά την εγκατάλειψη της έπαρσης και της φιλοδοξίας, ώστε ο αναζητητής της σοφίας να μπορέσει να προσεγγίσει την αληθινή γνώση και δικαιοσύνη. Το ταξίδι αυτό σκηνοθετείται συχνά με τη μεταφορά του καραβιού που ναυαγεί στο άυλο πέλαγος της μνήμης και της λήθης, εικόνα που αναδεικνύει την ευθραυστότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και τη ματαιότητα της εγωιστικής επιδίωξης.

Η γλώσσα της συλλογής είναι πλούσια σε συμβολισμούς: η μνήμη και η λήθη προσωποποιούνται, η θάλασσα γίνεται μεταφορά του πνευματικού ταξιδιού, η αναζήτηση της Ιθάκης προβάλλει ως ματαιωμένη επιθυμία λύτρωσης. Στα ποιήματα «Τέλμα» και «Ήλιδα» ο ποιητής υφαίνει εικόνες φθοράς και απώλειας: είτε η φθορά του χρόνου, είτε οι καταστροφικές πυρκαγιές, είτε ο σεισμός στον «Εγκέλαδο». Παρά τον θρήνο, υποβόσκει πάντοτε μια αχτίδα ελπίδας — «η αχνόπνοη φλόγα του κεριού» που φωτίζει τη δυνατότητα ίασης και υπέρβασης.

Η συλλογή δεν μένει όμως μόνο στο υπαρξιακό επίπεδο, αλλά απλώνεται και στην κοινωνική και ιστορική μνήμη. Ο πόνος της Σμύρνης το 1922 συνομιλεί με τον πόνο των σεισμόπληκτων του 2023, αποκαλύπτοντας την κοινή μοίρα του ανθρώπου απέναντι στην απώλεια και την προσφυγιά. Παράλληλα, η σάτιρα για τον πολιτικό φαυλισμό, τα ΜΜΕ και την ευπιστία του πολίτη καταγγέλλει τη δημοκρατική αδράνεια, ενώ η μνήμη μορφών όπως ο Μπελογιάννης ή το ιδεώδες του Ολυμπισμού λειτουργούν ως σύμβολα αντίστασης, δικαιοσύνης και αδελφοσύνης.

Σημαντικό στοιχείο είναι και η τριπλή διάσταση του θρήνου:

1.    Ατομική μοίρα – ο φόβος θανάτου και αναξιότητας («Ανάξιος Θρήνου») εκφράζεται με θρησκευτικό δέος και αγωνία για εξιλέωση.

2.    Κοινωνική μοίρα – ο εμφύλιος, η βία και η διάλυση του οικείου («Απόψε κάποιος θα χαθεί»), με σκηνικό αίματος και νύχτας.

3.    Ιστορική μοίρα – η πολιτική καταγγελία της βεβήλωσης τόπων («Η Κατάρα του Γηγενή»), όπου βιβλικά μοτίβα μετατρέπονται σε σύγχρονη αλληγορία της αδικίας.

Σε διακειμενικό επίπεδο, η φωνή του ποιητή συνομιλεί με Σολωμό και Σικελιανό, με τον θρήνο του Ρίτσου και τον στοχασμό του Σεφέρη, ενώ αντηχούν και διεθνείς ποιητικές φωνές όπως του Νερούντα. Ιδιαίτερη θέση κατέχει ο ύμνος στον Παπαδιαμάντη, «Άγιο των Γραμμάτων», ως μυσταγωγό της γλώσσας και του λαϊκού βίου.

Συνολικά, η «Μέδουσα» δεν είναι μια απλή συλλογή ποιημάτων, αλλά μια ποιητική πυξίδα με τρεις σταθερές:

·       την ταπεινή γνώση,

·       την ιδέα που υπερβαίνει το άτομο,

·       το φως που ενώνει τους λαούς.

Η ποίηση γίνεται καθρέφτης όπου ο άνθρωπος βλέπει κατάματα τον φόβο, τον πόνο και την ενοχή του, για να οδηγηθεί στη λύτρωση. Από τον ατομικό έως τον ιστορικό θρήνο, η συλλογή υφαίνει μια ενιαία αγωνία που δεν σβήνει την ελπίδα, αλλά την αναδεικνύει μέσα από τα ερείπια. Γι’ αυτό και η «Μέδουσα» δεν είναι μόνο ποίηση, αλλά μια πνευματική πράξη αντίστασης, ένα μνημείο ψυχής που μας καλεί να δούμε το σκοτάδι μας και να αναζητήσουμε το φως.

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

Ο Πάνος (Τάκης) Κούρβας γεννήθηκε το 1962 στα Φοναΐτικα Ηλείας.

Είναι εργοδηγός μηχανολόγος οχημάτων.

Έχει φοιτήσει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, με αντικείμενο σπουδών "Ελληνικός Πολιτισμός".

Εργάστηκε σε μεγάλες αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και παράλληλα δίδαξε τεχνολογία οχημάτων ως αναπληρωτής εκπαιδευτικός για δέκα σχολικά έτη στη Σιβιτανίδειο Δημόσια Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων.

Πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε από τις Οδικές Συγκοινωνίες Αθηνών του Ο.Α.Σ.Α. με τον βαθμό του τμηματάρχη.

Είναι τακτικό μέλος:

–της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών

–της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών

–της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών

-της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και

–του Φιλολογικού Συλλόγου "Παρνασσός".

Έχει λάβει μέρος σε αρκετούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχει αποσπάσει διακρίσεις, όπως πρώτο βραβείο "Μάρκος Αυγέρης" της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και πρώτο βραβείο Πεζογραφίας από τον Φιλολογικό Σύλλογο "Παρνασσός".

Από τις εκδόσεις "Βεργίνα" κυκλοφορεί το βιβλίο του "Στην Ηλεία άλλοτε και τώρα".

Από τη "Δυάς Εκδοτική" το μυθιστόρημα "Πομπηία η πόλη της Αμαρτίας".

Από τις εκδόσεις "Δρόμων" οι ποιητικές συλλογές "ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ" και "ΜΕΔΟΥΣΑ", καθώς και τα μυθιστορήματα "Για μια αγκαλιά, Κορέα 38 παράλληλος", "Στη χαραγή του πεπρωμένου" και "ΒΕΝΤΈΜΑ. Σκληρός αγώνας για λίγη ζωή".

Επίσης, από τις εκδόσεις "Δίφρος" η συλλογή διηγημάτων "Άθως η πύλη των αοράτων".

Έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε Λογοτεχνικά περιοδικά και σε περισσότερες από 70 συλλογικές εκδόσεις.

Κριτική ΑΙΚΑΤΕΡΊΝΗΣ ΒΛΑΧΟΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ -ΜΠΑΤΑΛΙΑ

Ποιητικής συλλογής
«Μέδουσα»
ΠΑΝΟΣ ΚΟΥΡΒΑΣ
03-10-2025

Εκλεκτοί καλεσμένοι
Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι,
σήμερα έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε την ποιητική συλλογή «Μέδουσα» του
Πάνου Κούρβα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Δρόμων». Πρόκειται για ένα
έργο πολυδιάστατο, που απλώνεται σε πολλά επίπεδα. Ένα έργο που συνδυάζει την
προσωπική εξομολόγηση με τον κοινωνικό στοχασμό και την ιστορική μνήμη.
Μέσα από πενήντα ποιήματα, ο ποιητής υφαίνει έναν ολόκληρο ιστό. Έναν ιστό που
αντανακλά την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Τα ποιήματά του μας
προκαλούν, μας καθηλώνουν, μας γεννούν ερωτήματα. Κυρίως όμως μάς
κινητοποιούν· μας καλούν σε μια βαθιά εσωτερική αναζήτηση.
Η «Μέδουσα» δεν είναι απλώς μια συλλογή ποιημάτων. Είναι ένα έργο που
ισορροπεί ανάμεσα στην ενδοσκόπηση και στον κοινωνικό προβληματισμό. Μέσα
από διαφορετικά θέματα και μορφές, ο ποιητής συνδέει το προσωπικό με το
συλλογικό, το παρελθόν με το παρόν. Και με αυτόν τον τρόπο χαρίζει στον
αναγνώστη μια πλούσια, πολυεπίπεδη ποιητική εμπειρία.
Σας καλώ, λοιπόν, να αφεθούμε στη φωνή του ποιητή. Να περπατήσουμε μαζί του
στα μονοπάτια της «Μέδουσας». Γιατί εκεί, πίσω από τις λέξεις, κρύβεται η δύναμη
της ποίησης να φωτίζει, να συγκινεί και να μεταμορφώνει.
Η Μέδουσα — ίσως η πιο παρεξηγημένη μορφή της μυθολογίας — εδώ δεν
εμφανίζεται ως τέρας προς εξόντωση, αλλά ως κάτοπτρο. Ως καθρέφτης του φόβου
μας απέναντι στο άγνωστο, απέναντι στο ανοίκειο· και κυρίως απέναντι στον ίδιο
μας τον εαυτό.
Δεν στεκόμαστε, λοιπόν, απλώς μπροστά σε μια ακόμη ποιητική συλλογή.
Στεκόμαστε μπροστά στο βλέμμα της Μέδουσας. Εκείνο το αινιγματικό, το
παγωμένο βλέμμα που παγιδεύει τον άνθρωπο τη στιγμή που αντικρίζει την
αλήθεια κατάματα. Όταν βρίσκεται γυμνός απέναντι στις αξίες του, στις πράξεις
του, στη συνείδησή του.
Η Μέδουσα εδώ δεν είναι τέρας, δεν είναι μύθος. Είναι ο καθρέφτης της εποχής
μας. Είναι το είδωλο των ιδεών μας και των αντιφάσεών μας. Εκεί όπου άλλοτε
αντικατοπτρίζονται, άλλοτε κρίνονται, άλλοτε λυτρώνονται ή συντρίβονται.
 Γι’ αυτό και σε αυτή τη συλλογή, η Μέδουσα παίρνει πολλαπλές όψεις.

2
 Είναι σύμβολο γυναικείας δύναμης και αυτοδιάθεσης σε μια κοινωνία που τη
φοβάται και την περιορίζει.
 Είναι ένα φιλοσοφικό ερώτημα: ποιον παγώνει τελικά το βλέμμα της; τον
παρατηρητή ή την ίδια; Και είναι, ακόμη, μια μεταφορά του ασυνειδήτου·
αυτού του σκοτεινού κομματιού που αποφεύγουμε, κι όμως, μόνο μέσα από
αυτό, μπορούμε να βαδίσουμε προς την αυθεντική ύπαρξη.
Από αυτό το κέντρο ακτινοβολούν όλοι οι επιμέρους κύκλοι της συλλογής.
Για παράδειγμα, όταν ο ποιητής μάς μιλά για την πνευματική ανάβαση προς τον
Δρόμο των Αξιών, το πρώτο βήμα που θέτει είναι η αποδέσμευση από την έπαρση
και τη φιλοδοξία. «Πριν δρασκελίσεις την κλίμακα του Παρνασσού», μας λέει,
«απίθωσε… τις ζωντανεμένες φιλοδοξίες».
Μας προειδοποιεί έτσι ότι η πορεία προς την ηθική και την πνευματική τελείωση
δεν είναι δρόμος εύκολος. Ζητά κάθαρση και ταπείνωση. Μόνο εκείνος που αφήνει
πίσω τη σημαία της έπαρσης μπορεί να περπατήσει «στο μονοπάτι των
αμαράντων». Εκεί όπου «ενίοτε σχολαρχούν οι ανυπόδητοι, λουσμένοι με τη
χρωστική ουσία της γνώσης».
Με άλλα λόγια, μόνο αν αφήσουμε πίσω μας την «επιλεκτική όραση» και το «εγώ»
μας, μπορούμε να αγγίξουμε το βάθος της δικαιοσύνης, της γνώσης, της αληθινής
αριστείας.
Ο ποιητής απευθύνει κάλεσμα: σε όποιον αναζητά τη γνώση και την αριστεία, να
αποτινάξει τις υλικές επιδιώξεις.
Να εγκαταλείψει τον εγωισμό, να απορρίψει την κενοδοξία. Μόνο έτσι μπορεί
κανείς να σταθεί με σεβασμό μπροστά στη σοφία.
Αλλά η πνευματική ανάβαση — όπως μας υπενθυμίζει ο ποιητής — δεν είναι
εύκολη. Απαιτεί μόχθο, θάρρος, και πάνω απ’ όλα πίστη. Η κορυφή δεν ανήκει
στους υπερήφανους. Γιατί το φως της αλήθειας δεν χαρίζεται· μπορεί να κάψει
εκείνους που κοιτάζουν τον εαυτό τους με αυταρέσκεια.
Η γνώση δεν είναι βραβείο για τους κυνηγούς της δόξας. Είναι δώρο που
προσφέρεται μόνο σε όσους πορεύονται ανυπόδητοι, με σεμνότητα και ευλάβεια.
Σε όσους αποδέχονται την αδυναμία τους και προχωρούν με ταπεινότητα.
Στους στίχους της Μέδουσας ο ποιητής σκηνογραφεί ένα υπαρξιακό δράμα. Η ζωή
μοιάζει με καράβι που δεν βρίσκει λιμάνι. Κι όμως αντιστέκεται, έστω και «σε
χάρτινη σχεδία». Γιατί ακόμη και αυτή η εύθραυστη αναζήτηση είναι πράξη
αντίστασης στο βύθισμα.

3
Το ταξίδι, όμως, δεν στρέφεται μόνο προς τα έξω· στρέφεται και προς τα έσω. Το
σκάφος — σύμβολο της ανθρώπινης ύπαρξης — ναυαγεί στο άυλο πέλαγος των
ενοχών και της έπαρσης. Γίνεται καθρέφτης του ανθρώπου που εγκλωβίζεται στο
ίδιο του το βάρος, ακινητοποιείται μέσα στο τέλμα της μνήμης και της λήθης.
Στο ποίημα «Τέλμα» που θα το απολαύουμε στην συνέχεια ο ποιητής μάς δείχνει
αυτήν ακριβώς τη βύθιση. Τη βύθιση της ύπαρξης όταν οι ενοχές και η αλαζονεία
βαραίνουν σαν άγκυρες.
Παράλληλα, ο λόγος του φέρνει εικόνες όπου η προσωπική ματαιοδοξία — η
«γιορτή κάποιου φιλάδελφου», το «εκφραστικό προσωπείο» — συγκρούεται με
τη φθορά του χρόνου: με τη «σαρακιασμένη βίβλο», με το «κομπολογιού το βιός
ξεχαντρώνεις».
Έτσι, στίχο με στίχο, η συλλογή στήνει μια σκηνογραφία υπαρξιακού δράματος. Η
ζωή παρουσιάζεται σαν καράβι που δεν βρίσκει ποτέ την Ιθάκη του. Ένα καράβι που
περιπλανάται σε ουτοπικές ακτές, κυνηγώντας ψευδαισθήσεις — πριν καταλήξει
στη μοναξιά της ανωνυμίας.
Και ακόμα, η γλώσσα του Πάνου Κούρβα είναι πλούσια σε μεταφορές και
συμβολισμούς. Το πνευματικό ταξίδι γίνεται θαλασσινό ταξίδι∙ η μνήμη και η λήθη
προσωποποιούνται∙ η αναζήτηση της Ιθάκης μετατρέπεται σε μια ματαιωμένη
επιθυμία λύτρωσης. Ο ποιητής κινείται ανάμεσα στην καταγγελία της αμνημοσύνης
και στην εξομολόγηση της ανθρώπινης αδυναμίας, δημιουργώντας έναν τόνο που
είναι συγχρόνως οικουμενικός και βαθιά προσωπικός.
Στο ποίημα «Ήλιδα» οι στίχοι μετατρέπονται σε θρήνο για έναν ιερό και εύφορο
τόπο που ρημάχτηκε από τις πυρκαγιές. Η λήθη προβάλλει ως άμυνα, όμως η
απώλεια βαραίνει σαν λίθος. Οι καμένες ελιές γίνονται ιέρειες πένθους και η φύση
αποκτά φωνή∙ γίνεται φορέας των ψυχών των χαμένων. Μέσα σ’ αυτόν τον
οικολογικό και πολιτισμικό οδυρμό — όπως και στο ποίημα «Εγκέλαδος» —
αναδύεται η διπλή κίνηση της ποίησης: βαθιά λύπη και, ταυτόχρονα, υπόρρητη
ελπίδα. Ο σεισμικός Εγκέλαδος ντύνει τον κόσμο με «μαγνάδι απογοήτευσης», το
κομπολόι των σκέψεων μετρά χαμένες ανάσες∙ κι όμως «η ελπίδα αχνόπνοη στη
λάμψη του κεριού» υπόσχεται ιάματα. Και φτάνουμε στον τελευταίο στίχο — «και
ο Αλλάχ θεός μου…» — μια γέφυρα ανάμεσα στον ανθρώπινο πόνο και τη
θρησκευτική βίωση, που μας αφήνει με μια αίσθηση δέους.
Η ίδια γέφυρα ενώνει και τη «Σμύρνη» με τον «Εγκέλαδο». Από τη φωτιά της
Ιωνίας έως τα συντρίμμια του 2023, ο πόνος, ο θάνατος και η προσφυγιά υφαίνουν
κοινό νήμα. Είτε Ρωμιός του ’22 είτε σεισμόπληκτος του σήμερα, ο άνθρωπος
κουβαλά την ίδια αγωνία της απώλειας, την ίδια ανάγκη να βρει μια νέα Ιθάκη.

4
Αλλά ο ποιητής δεν σταματά εδώ. Στηλιτεύει με οξύτητα τον προεκλογικό
θεατρινισμό, την κενολογία των υποσχέσεων, τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης που
τρέφουν την αυταπάτη — αλλά και την ευπιστία του πολίτη που παρασύρεται στον
φανατισμό. Η ειρωνεία του είναι κοφτερή: προδοσία, φαυλότητα, συλλογική
απάθεια. Ο «απλός άνθρωπος» παγιδεύεται «στα δόκανα», επειδή δεν σκέφτεται
κριτικά. Εδώ η ποίηση αγγίζει τα όρια της πολιτικής σάτιρας∙ μια κραυγή
εγρήγορσης απέναντι στη δημοκρατική μας ευθύνη.
Σε άλλο τόξο, η συλλογή υψώνει πρόσωπα-σύμβολα. Ο Νίκος Μπελογιάννης στο
ποίημα «Για μια Ιδέα», και ο Αλέκος Παναγούλης στο ποίημα «Στον Αγώνα»,
γίνονται άξονες θυσίας για τα ιδανικά. Εκεί όπου το ατομικό υποχωρεί μπροστά στο
συλλογικό.
Στο «Για μια Ιδέα» συναντούμε τον Μπελογιάννη, «το παιδί του σταφιδότοπου που
ανατίμησε την αρετή». Δεν υμνείται απλώς ένας αγωνιστής. Υμνείται η αντίσταση
απέναντι στην παγωμένη αναισθησία της εποχής∙ η πίστη στον Άνθρωπο και στην
Αλήθεια, ακόμη κι όταν το τίμημα είναι βαρύ:

«Η γη που κοκκίνισε απ’ το γαρυφαλλένιο του αίμα,
προζύμι έγινε για το ψωμί του λαού».
Κι από αυτό το «προζύμι» ο ποιητής μάς οδηγεί στη «Φλόγα της Ολυμπιάδας».
«Εδώ, στα χυτήρια της γνώσης του αθλητισμού, γεννιέται… το φως».
Η πραγματική νίκη δεν είναι το μετάλλιο. Είναι η μεταμόρφωση του ανθρώπου σε
Απόστολο αδελφοσύνης:

«Όταν η ανθρώπινή σου αναπνιά χυθεί στην παλαίστρα…
η δύναμη του φωτός θα γκρεμίσει τα τείχη».
Έτσι, η Μέδουσα προτείνει μια ποιητική πυξίδα με τρεις σταθερές:
 την ταπεινή γνώση που υπηρετεί και δεν επιδεικνύεται,
 την Ιδέα που υπερβαίνει το άτομο και γίνεται κοινό αίτημα δικαιοσύνης,
 και το Φως που ενώνει τα έθνη, όταν καταθέτουμε τα όπλα και υψώνουμε την
εκεχειρία «στα Καλλιμάρμαρα των ερειπίων της Ήλιδας».
Αγαπητοί φίλες και φίλοι
η συλλογή «Μέδουσα» δεν διστάζει να υψώσει και μια φωνή λειτουργική,
τελετουργική. Η γλώσσα αποκτά εκκλησιαστικό βάρος∙ γεμίζει εικόνες φωτιάς,
αίματος, σκότους και θανάτου, σαν να τελείται μια ποιητική λειτουργία πένθους.

5
Μέσα απ’ αυτό το σκοτεινό τοπίο, όμως, αναδύεται πάντα μια αγωνία: μήπως
υπάρχει ακόμη ελπίδα; ελπίδα για εξιλέωση, για δικαιοσύνη, για λύτρωση.
Από εδώ ξεδιπλώνεται ο τριπλός θρήνος που διαπερνά ολόκληρο το έργο.
Πρώτον, ο ατομικός θρήνος. Ο φόβος του θανάτου και της αναξιότητας, όπως στο
ποίημα «Ανάξιος Θρήνου». Ο ποιητής κινείται σε μεταφυσικές και θρησκευτικές
διαστάσεις· εκφράζει την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στην αιωνιότητα, την
ανάγκη για εξιλέωση, την ύστατη προσευχή.
Δεύτερον, ο κοινωνικός θρήνος. Ο εμφύλιος, το μίσος, η διάλυση του οικείου, όπως
στο «Απόψε κάποιος θα χαθεί». Εκεί η γλώσσα γίνεται κοφτή, σκληρή, νυχτερινή.
Οι εικόνες θυμίζουν θρήνο μητέρας και ματωμένο σπίτι. Είναι η κοινωνία που
διαλύεται από το ίδιο της το μίσος.
Και τρίτον, ο ιστορικός θρήνος. Η αδικία, η βεβήλωση τόπων, όπως στην «Κατάρα
του Γηγενή». Η Βηθλεέμ και η Γάζα γίνονται σύμβολα γης που ποδοπατιέται. Ο
Ηρώδης, οι σταυρωτές, η Νεκρά Θάλασσα μεταμορφώνονται σε πολιτική
αλληγορία. Ο ποιητής εδώ προφητεύει: η ιστορία συνεχίζει να πληγώνει με τα ίδια
μοτίβα.
Αν δούμε το έργο διακειμενικά, αναγνωρίζουμε το σταυροδρόμι της ελληνικής
παράδοσης. Η υψηλή μεταφυσική φωνή μάς φέρνει στον Σολωμό και τον Σικελιανό.
Ο λαϊκός θρήνος συνομιλεί με τον Ρίτσο και τον Αναγνωστάκη. Η πολιτική
καταγγελία θυμίζει τον Σεφέρη. Κι αν ανοίξουμε τον ορίζοντα διεθνώς, διακρίνουμε
τους απόηχους του Μαγιακόφσκι και του Νερούντα στη δημόσια ένταση του λόγου.
Μέσα σε αυτή την πολυφωνία ξεχωρίζει κι ένας ύμνος στον «Άγιο των Γραμμάτων»
— τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Σαν ασκητής της γλώσσας και μυσταγωγός του
λαϊκού βίου, εμφανίζεται με εικόνες απλές: δεντρολίβανο, μοσχάτο κρασί, ταπεινό
ξωκλήσι, υπενθυμίζοντας ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι και προσευχή.
Έτσι, όπως ακούσαμε η Μέδουσα δεν είναι άθροισμα ποιημάτων. Είναι μια
ποιητική πυξίδα. Δείχνει προς την ταπεινή γνώση, που υπηρετεί και δεν
επιδεικνύεται προς την Ιδέα , που υπερβαίνει το άτομο προς το Φως που ενώνει.
Είναι μια πρόσκληση να κοιτάξουμε κατάματα ό,τι φοβόμαστε, όχι για να
απολιθωθούμε, αλλά για να μεταμορφωθούμε.
Η ποίηση του Πάνου Κούρβα λειτουργεί σαν τον καθρέφτη του Περσέα: δεν μας
αναγκάζει να δούμε απευθείας, αλλά μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την αλήθεια
έμμεσα, μέσα από τη σιωπή των λέξεων και τη δύναμη των συμβόλων. Μια πορεία

6
ανάμεσα στον πόνο και την ελπίδα, στο παρελθόν και το μέλλον, στο τραύμα και τη
λύτρωση.
Κι αυτή είναι η δωρεά της: ότι μας θυμίζει πως ο άνθρωπος, όσο κι αν λυγίσει,
μπορεί πάντα να σηκωθεί.
Γι’ αυτό και η Μέδουσα δεν είναι μόνο ποίηση. Είναι μνήμη, είναι συνείδηση, είναι
ψυχή. Η ψυχή μιας Ρωμιοσύνης που, όσο κι αν ξεριζώνεται, μένει όρθια.
Σας καλώ, λοιπόν, να τη διαβάσετε όχι μόνο με τα μάτια, αλλά με την καρδιά. Γιατί
η Μέδουσα, τελικά, δεν είναι άλλη από τη σκιά μέσα μας που ζητά φως.
Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας.
Κι ένα ιδιαίτερο ευχαριστώ στον ποιητή, τον Πάνο Κούρβα, που με εμπιστεύτηκε το
έργο του Μέδουσά και που μας χάρισε όχι μόνο λέξεις, αλλά καθρέφτες για να
δούμε τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας πιο αληθινά.

Με την ειλικρινή μου εκτίμηση
Αικ. Βλαχοπαναγιώτου –Μπατάλια
Πρόεδρος Δ.Ε.Ε.Λ.